αὔφην

αὔφην, [dialect] Aeol. for αὐχήν, Jo.Gramm.Comp.3.16.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυχένας — I (Γεωγρ.). Όρος με πολλά συνώνυμα (που κάποτε αποτελούν τοπικούς ιδιωματισμούς: διάσελο, δερβένι κλπ.), ο οποίος χαρακτηρίζει ένα χαμηλό σημείο κορυφογραμμής ανάμεσα σε δύο υψώματα. Μέσω αυτών προσδιορίζονται μεταξύ άλλων και τα διάφορα τμήματα… …   Dictionary of Greek

  • anĝh- (*henĝh-) —     anĝh (*henĝh )     English meaning: “narrow, *press”     Deutsche Übersetzung: “eng, einengen, schnũren”, partly also von seelischer Beklemmung, Angst     Material: Verbal: Av. ązaŋhē “to press”, lengthened grade Av. ny üzata “ she… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.